αυτοπαθής

-ές (Α αὐτοπαθής, -ές)
(κυρίως για ρήματα και αντωνυμίες) αυτός που δηλώνει ότι η ενέργεια του υποκειμένου επιστρέφει στο ίδιο το υποκείμενο
αρχ.
Ι. αυτός που μιλά εξ ιδίας πείρας
II. επίρρ. αὐτοπαθῶς
ενστικτωδώς, αυθόρμητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο- + -παθής < (θ.) παθ-, έπαθον (αόρ. β' του πάσχω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὐτοπαθής — speaking from one s own feeling masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοπαθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που πάσχει από δική του ενέργεια· (γραμμ.), «αυτοπαθείς αντωνυμίες», αυτές που φανερώνουν πως το ίδιο πρόσωπο ενεργεί και το ίδιο δέχεται την ενέργεια: Φροντίζει μόνο τον εαυτό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτοπαθῆ — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθεῖς — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem acc pl αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθές — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem voc sg αὐτοπαθής speaking from one s own feeling neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθοῦς — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθέσιν — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθῶν — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθῶς — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταὐτοπαθῆ — αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.